άσαρον


άσαρον
ἄσαρον, το (Α)
(είδος φυτού) «νάρδος η αγρία» (Σούδα).
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Η λ. είναι πιθ. δάνειο από τη Σημιτική. Κατ' άλλους είναι θρακικής προελεύσεως δάνειο από ΙΕ. ρίζα *ak- «αιχμηρός, οξύς, μυτερός», η οποία δικαιολογείται ή από το σχήμα των φύλλων του φυτού ή καλύτερα από τη διαπεραστική οσμή του].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἄσαρον — hazelwort neut nom/voc/acc sg ἄσαρος masc/fem acc sg ἄσαρος neut nom/voc/acc sg ἄσᾱρον , ἀσηρός causing discomfort masc/fem acc sg (aeolic) ἄσᾱρον , ἀσηρός causing discomfort neut nom/voc/acc sg (aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσάρου — ἄσαρον hazelwort neut gen sg ἄσαρος masc/fem/neut gen sg ἀσά̱ρου , ἀσηρός causing discomfort masc/fem/neut gen sg (aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσάρῳ — ἄσαρον hazelwort neut dat sg ἄσαρος masc/fem/neut dat sg ἀσά̱ρῳ , ἀσηρός causing discomfort masc/fem/neut dat sg (aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ásaro — ► sustantivo masculino BOTÁNICA Planta herbácea de flores rojas por el interior y verdes por el exterior. (Asarum europaeum.) * * * ásaro (del lat. «asӑrum», del gr. «ásaron»; Asarum europaeum) m. *Planta aristoloquiácea de rizoma rastrero, con… …   Enciclopedia Universal

  • νάρδος — Πολυετές φυτό της οικογένειας των Αγρωστιδών ή Γραμινιδών (μονοκοτυλήδονα), αυτοφυές στην Ελλάδα, σε ορεινές και αλπικές βοσκές. Η επιστημονική ονομασία του είναι νάρδος ο σφικτός. Αποκτά τη μορφή πυκνής χαμηλής πρασινόγκριζας τούφας, από την… …   Dictionary of Greek

  • σίσαρον — τὸ, Α ονομασία φυτού με εδώδιμη ρίζα, ίσως τής παστινάκης ή παστινάκας ή τού σίου. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. συνδέεται πιθ. με τα ονόματα φυτών ἄσαρον*, ἀρίσαρον, σάρι*, καθώς και με το λατ. siser που έχει την ίδια σημ. Η άποψη ότι η λ. έχει σχηματιστεί από… …   Dictionary of Greek

  • ՍԹԵՐ — ( ) NBH 2 0712 Chronological Sequence: Unknown date գ. ἁσάρον asarum, nardus silvestris. Նարդոս վայրենի: Գաղիան …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ásaro — (Del lat. asărum, y este del gr. ἄσαρον). m. Planta perenne de la familia de las Aristoloquiáceas, con rizoma rastrero, hojas radicales, arriñonadas y gruesas, y bohordo central con flores terminales de color rojo que tira a negro. Toda la planta …   Diccionario de la lengua española


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.